Δύο γράμματα. Ο ίδιος αποστολέας, με τριάντα χρόνια διαφορά. Ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο εαυτούς.
Αποστολέας ετών 13:
«Είμαι σε απόγνωση και δε βοηθάς. Αν όχι εσύ, τότε ποιος; Ποιος θα με φροντίσει, όσο αυτοκαταστρέφομαι; Ποιος θα με συγχωρήσει, όσο αυτοτιμωρούμαι; Ανήμπορος και μόνος, κουβαλάω αβάσταχτο βάρος για πάνω από τριάντα χρόνια. Ως πότε θα στέκεσαι ασάλευτος σαν άγαλμα που δεν πείθει πια κανέναν για την μεγαλοπρέπειά του; Συνεχίζεις, υπερόπτη, να μου κάνεις ό,τι μου κάνανε. Σαν ένας ακόμα κακός φροντιστής, παραμελείς τις αδήριτες ανάγκες μου μέρα με τη μέρα, ολοένα και περισσότερο. Θυμώνω, τ’ ακούς; Θυμώνω με σένα, με μένα, μ’ εκείνους, μ’ όσους άλλους μου προκαλούν ανείπωτο τρόμο, εγκαταλείποντάς με αβασάνιστα κάθε φορά που βυθίζομαι. Θέλω να απελευθερωθώ από τα ανήλεα δεσμά μου, την ενοχή, την παρόρμηση, το φόβο. Φοβάμαι την αδυναμία, την αρρώστια, την εξάρτηση, το θάνατο. Θα ήθελα να δημιουργώ, να κοιμάμαι, να ονειρεύομαι. Το μόνο που ζητώ είναι να με απαλλάξεις αλλά σιωπάς ακατάπαυστα. Με τιμωρείς που πλήγωσα, μα αυτό το μονοπάτι υπήρχε μόνο. Κι εγώ φανταζόμουν αλλιώς την ζωή, κι εγώ άλλα στόχευσα, μα ποιος σου είπε ότι είχα την δύναμη να ρίξω τα βέλη σωστά; Πότε μου άφησες το περιθώριο; Τις οδύνες που κουβάλησα δεν θέλησες να τις απαλύνεις γιατί ναρκώθηκες. Ναρκώθηκες και μ’ άφησες να μπω μπροστά και να μας κατευθύνω στην καταστροφή. Δεν ήταν ευθύνη μου να μας καθοδηγώ. Λάθος δρόμοι, αδιέξοδα, γκρεμοί. Αυτά μπορούσα, ήμουν παιδί. Κι εσύ ένας αμέτοχος κατήγορος»
Αποστολέας ετών 43:
«Λησμόνησες ότι η νάρκη μου είναι αναπόφευκτη κάθε φορά που παίρνεις τα ηνία. Η παιδική σου παρόρμηση νικά σ’ όλες τις μάχες. Το τραύμα σου μας καθοδηγεί χωρίς σταματημό. Σαν κοφτερή λεπίδα όλους τους ματώνει. Άλλοι σου φόρτωσαν το βάρος που αδίκως κουβαλάς κι αυτοί άλλων φορτία φέρουν. Ποιος σ’ εγκατέλειψε καλά το ξέρεις. Πριν πλημμυρίσεις κι άλλο με αχρείαστο μένος, άκουσέ με. Έχεις δίκιο, εγώ πρέπει να πάρω τούτο το τιμόνι για να είμαστε ασφαλείς. Άργησα μα ήμουνα λειψός. Τώρα εγώ θα μας φροντίζω, ξεκουράσου ή παίξε. Έχεις χρόνια να κοιμηθείς, σωστά; Δεν είσαι εσύ αυτός που χρειάζεται συγχώρεση. Δεν είναι δική σου δουλειά να φοβάσαι και να πολεμάς εχθρούς και σκιές. Μαζί θα νικήσουμε την ανημπόρια. Μπορείς ξανά να δημιουργήσεις και να ονειρευτείς. Μόνο αν ζήσεις, θα φοβηθεί ο θάνατος που τόσο επίμονα επικαλείσαι. Άφησέ με όμως ανενόχλητα να μας οδηγήσω, χωρίς να αρπάζεις από τρόμο το τιμόνι. Εμπιστεύσου με λίγο κι εσύ και στάσου πίσω. Να εξαρτηθείς ξανά δε θα χρειαστεί, στο υπόσχομαι, αφού εγκαταλελειμμένο πια δε θα σ’ αφήσω. Ξέρω πως νιώθεις ναυαγός ή έστω διψασμένο δέντρο. Γεμάτος είσαι αλλά δεν το βλέπεις. Σου αρκώ εγώ, είμαι ζωντανός. Άκου και κάτι ακόμα πριν χαθείς: Άσε να πληρώσω εγώ τα λάθη. Ό,τι εγώ βλέπω σαν ευθύνη, εσύ το μεταφράζεις σ’ ενοχή. Είσαι στ’ αλήθεια τόσο μικρός και πληγωμένος που μόνο δε μπορώ πια να σ’ αφήσω. Σε φοβάμαι. Μα δεν θέλω να μεγαλώσεις, μικρέ. Κάποιος απ’ τους δυο μας πρέπει να παίζει ακόμα μ’ εκείνα τα μικρά αυτοκινητάκια που οδηγούν τα παιδικά όνειρα στον προορισμό τους γιατί μόνα τους χάνονται συνέχεια»